ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟ «ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ»

Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη:απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από 200 μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο.
Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήταν παίξε γέλασε.
Είχανε κάπου 3 βδομάδες που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι ¶λλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε ησυχία.
Και στις δύο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε.
Οι πληροφορίες του ήτανε πως οι ¶λλοι είχανε 2 τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος ξέρει τι λογαριάζουν να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δύο μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο.
Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε περάσει 3 βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο.
Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. ¶νοιξη πια!
Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι ήταν λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δύο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες.
Την άλλη μέρα, δύο φαντάροι τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή.
Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας.
Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ’ ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή τη Μεραρχίας…
-Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ’ από τα δόντια του εκείνη τη νύχτα.
Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει.
Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι (…
Ξύπνησε βαλαντωμένος. Δεν είχε ακόμα φέξει.
Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! ‘ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά… Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε.
Σ’ ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και μια στην αντίπερα μην ήτανε κανένας από τους ¶λλους. Και μπήκε στο νερό.
Από τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε, που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ’ ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα ‘σβησε αυτά τα δυόμισι χρόνια.
Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια…
Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
Δεξιά κι αριστερά, και στις δύο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσαν περνώντας πότε πότε από πάνω του.
Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ’ ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά.
Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν.
Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο.
Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους ¶λλους. Πως να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους δικούς του. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους ¶λλους.
Για μερικά λεπτά, και οι δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή τη διέκοψε ένα φτέρνισμα. Ήταν αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθεια του βλαστήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ’ όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο ¶λλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι του.
Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο ¶λλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά.
Όχι, δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο ¶λλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τραβήξει, ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο ¶λλος είχε γίνει ένα άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντίπερα όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.




"Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα είναι η ειρήνη
Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο, είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου και μες στους λάκους που ' καψε η πυρακαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου, είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδίά του φαγητού το βράδυ, τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος, τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος, και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός, γιορτάζοντας τά μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του, είναι ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει. τότε που τα στάχυα γέρνουν το 'να στ' άλλο λέγοντας: το φως, το φως και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως, είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες, τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα, τότε που τ' ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ' το σύγνεφο όπως βγαίνει απ' το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο, είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε, δεν είναι μια μέρα που χάθηκε, μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιο ύπνος, που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορφίνια του να κυνηγήσει τη λύπη απ' τις γωνιές του χρόνου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής. Όταν λες: αδελφές μου, - όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε. όταν χτίζουμε και τραγουδάμε, είναι η ειρήνη.
Τότε που ο θάνατς πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά κι οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία, τότε που το μεγάλο γαρίφαλο του δειλινού το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος, είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου είναι το χαμόγελο της μάνας Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη. Και τ' αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακές σ' όλη της γης, ένα όνομα μονάχα γράφουν: Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη
Πάνω στις ράγες των στίχων μου το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα, είναι η ειρήνη
Αδέρφια, μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόμσος με όλα τα όνειρά μας Δώστε τα χέρια αδέρφια μου, αυτό ' ναι η ειρήνη."
(Γιάννης Ρίτσος)



Μην καρτεράτε να λυγίσουμε

μήτε για μια στιγμή,

μήδ' όσο στην κακοκαιριά

λυγά το κυπαρίσσι.

Έχουμε τη ζωή πολύ

πάρα πολύ αγαπήσει.

Φώτης Αγγουλές




''Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο''
Σήμερα ανοίξαμε τη μέρα μαςσαν ένα σακί ξεχασμένο απο χρόνια.Mας φτάνει να μιλήσουμε απλάόπως πεινάει κανείς απλάόπως αγαπάειόπως πεθαίνουμε απλά.Eχει αρκετή θέση για να πεθάνεις...δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό τουμή του το πάρουν...κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένοσφίγγω στα χέρια το άγνωστο όνομά μου......πεινάμε κι οι δυό για ένα χαμόγελο
και μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.
Kι όταν σου πούν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Kάπου βαθιά της ζεί το παιδικό σου πρόσωπο.Δεν θα 'θελα να το λαβώσεις.Kαι το τραγούδι μου γεννήθηκε μες απο αίματα
όπως γεννιέται μια σημαία....δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.Aν θέλεις να λέγεσαι άνθρωποςθα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Τάσος Λειβαδίτης - 1956







Καληνύχτα, λυπημένε αδελφέ μου, αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι, είναι που θα συλλογίζομαι καθώς θα ακουμπήσεις τα όπλα σου στη γωνιά, θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι. Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις, χτύπα με αλλού, μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο. Δε θα 'θελα να το λαβώσεις.

Τάσος Λειβαδίτης


Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων,

είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου,

είναι το χαμόγελο της μάνας.

Τίποτα άλλο δεν είναι η ειρήνη

και τα αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές στη γη.

Ένα μονάχα όνομα γράφει ...ΕΙΡΗΝΗ

Τίποτα άλλο ΕΙΡΗΝΗ.

Γιάννης Ρίτσος


Τώρα, δε φταίνε οι σκιές.




Δίχως φως δεν υπάρχουν σκιές,
έγραφε θυμάμαι ένα σύνθημα

στο μακό σου φανελάκι

και ζωγραφίζαμε ολόγυρα λουλούδια,

πουλιά, καρδιές και νότες.

Συμφωνούσαμε

πως ο κόσμος θα γίνει καλύτερος

και η δική μας η γενιά

νομίζαμε πως θα τον κάνει καλύτερο.

Πιστεύαμε πως η γενιά μας

θα καταργούσε τους πολέμους

την πείνα και την εξαθλίωση .

Τραγουδούσαμε την ειρήνη

τον έρωτα και την ελευθερία.

Γράφαμε συνθήματα στους τοίχους .

Τότε . . . . . . . . . . .

Τώρα . . . . . . . . . . . . . . .

Τώρα, δε φταίνε οι σκιές

που φαίνονται μεγάλες

αλλά το φως που φεύγει ..



Τον Πόλεμο τον λέγανε,πατέρα στο σχολείο.
Κάποιος αρχαίος το ΄γραψε το είδα σε βιβλίο!
Κι εγώ ,που δεν το δέχτηκα , μου βάλαν τιμωρία
στην ίδια τάξη μ άφησαν Αρχαία κι Ιστορία !
Τριάντα χρόνια προσπαθώ μα πώς να το χωνέψω
ή θα πρεπε να το δεχτώ ή να το ανατρέψω !
Τώρα, πιστεύω πως μισή, τη σκέψη του προγόνου
κάποιος μας κληροδότησε στο πέρασμα του χρόνου
γιατί ο κόσμος τελικά, εκτός από πατέρα
πρέπει να έχει λογικά και κάποια για μητέρα !
Υ.Γ : ο τίτλος του ποιήματος είναι Ειρήνη !
Πάν. Καρτσωνάκης

=

=

''ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΚΡΑΥΓΗ''

Δευτέρα 29 Ιουνίου 1992:

Δεν μπορώ πια τους βομβαρδισμούς! Και τις οβίδες που πέφτουν! Και τους νεκρούς!

Και την απελπισία! Και την πείνα!Και τη δυστυχία! Η ζωή μου δεν είναι όλα αυτά[...]

Δευτέρα 15 Μαρτίου 1993:

[...]Δεν υπάρχουν πια παιδικές φωνές,ούτε παιχνιδα.Τα παιδιά δε μοιάζουν πια με παιδιά.

Τους πήραν την παιδική τους ηλικία και χωρίς παιδική ηλικία δεν υπάρχουν παιδια[...]

Από το ημερολόγιο της Ζλάτα Φιλίποβιτς,ενος κοριτσιου 11 χρονών από το

Σεράγεβο,που δημοσιεύτικε στο ημερήσιο Τύπο.




Ανέμυαλοι όσοι αποζητούν τη δόξα

με λόγχες και με δυνατά

στον πόλεμο κοντάρια,

λογιάζοντας αστόχαστα πως έτσι

θα πάψουν των θνητών τις σύνφορές

γιατί,αν το δίκιο σου ζητάς με αίμα,

η άμαχη δε θα λείψει από το κόσμο.

ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΕΛΕΝΗ (στιχ.:1270-1276)



Με πετροβόλημα και με κοντάρι

πλήθος χάθηκαν οι Αχαιοί

και κατοικούν στον άραχλο Άδη τώρα

οι δύστυχες γυναίκες τους πενθώντας

έκοψαν τα μαλλιά απόμειναν

έρμα τα σπίτια δίχως άντρες.

ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΕΛΕΝΗ (στιχ.:1237-1242)


''ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ''

Την κούρσεψα, μα πάω και εγώ χαμένος.

ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΕΛΕΝΗ (στιχ.:130)

Τόσος μόχθος για έναν ίσκιο;

ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΕΛΕΝΗ (στιχ.:782)



EΙΡΗΝΗ

Μια ελπίδα αιώνια
που κάθε τόσο εξασθενεί.
Ευχή που αργοσβήνει,
όπως το χρώμα του ουρανού
σαν έρχεται το δείλι.
Μες στην ανθρώπινη ψυχή
μια υμνωδία κρυπτή.
Ειρήνη.
Ιδέα αρχέγονη στο νου.
Μορφή απρόσιτη στο βλέμμα.

Ειρήνη.
Ανάσα μιας στιγμής χωρίς αρχή και τέλος.
Μοναχικό λουλούδι χαμένο στον λαβύρινθο της πόλης.
Χλωμή ακτίνα με φόντο κάποια σύννεφα μαβιά.

Ειρήνη.
Λευκή εικόνα περαστικών περιστεριών.
Στεφάνι φωτεινό σε κάθε λιόστεμμα.

( Κ. Μπούζας: ΣTO ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ,1994)



''ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ''
Και στην Τροία;
Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.
Έτσι το ήθελαν οι θεοί.
Κι ο Πάρης, μ' έναν ίσκιο πλάγιαζε σαν να ήταν πλάσμα ατόφιο
κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα χρόνια ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγματο πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.
Γ.Σεφέρης, ''Ελένη''(απόσπασμα)

Ειρήνη
ερήνη εναι θεο δρο, πο χορηγεται πλουσιοπάροχα σ᾿ὅσους συμφιλιώνονται μ τ Θε καὶ ἐκτελον τ θεα Του προστάγματα.
ερήνη εναι φς κα φεύγει π τν μαρτία, πο εναι σκοτάδι. νας μαρτωλς ποτ δν ερηνεύει.
Νὰἀγωνίζεστε ναντίον τς μαρτίας κα ν μ σς ταράζει ἡἐξέγερση τν παθν μέσα σας. Γιατ, ν στν πάλη μαζί τους νικήσετε, τ ξεσήκωμα τν παθν γινε γι σς φορμ νέας χαρς κα ερήνης.
«Νὰἐπιδιώκετε τν ερήνη μὲὅλους, πιδιώκετε κα τν γιότητα, χωρς τν ποία κανες δν θ᾿ἀντικρύσει τν Κύριο» (βρ.12, 14).
ερήνη καὶ ὁἁγιασμς εναι δυὸἀναγκαες προϋποθέσεις γιὰ ὅποιον ζητάει μ πόθο ν δε τ πρόσωπο το Θεο. ερήνη εναι τ θεμέλιο στὸὁποο στηρίζεται ὁἁγιασμός.
Ὁἁγιασμς δν παραμένει σ ταραγμένη καὶὀργισμένη καρδιά. Ἡ ὀργή, ταν χρονίζει στν ψυχή, δημιουργε τν χθρα κα τ μίσος ναντίον το πλησίον. Γι᾿ ατὸἐπιβάλλεται γρήγορη συμφιλίωση μ τν δελφό μας, στε ν μ στερηθομε τ χάρη το Θεο ποὺἁγιάζει τν καρδιά μας.
κενος πο ερηνεύει μ τν αυτό του, ερηνεύει κα μ τν πλησίον του, ερηνεύει κα μ τ Θεό. νας τέτοιος νθρωπος εναι γιασμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος Θες κατοικε μέσα του.


Όταν έρθει διαταγή για επίθεση, το μέτωπο γίνεται ευαίσθητο. Κανείς δεν αποδείχνει πως ξέρει τι θα συμβεί κι όμως ο νους ολουνών εκειδά στριφογυρνάει. Ένας απρόσκλητος επισκέπτης έρχεται και κάθεται κτάντικρύ σου, σε κοιτάει στα μάτια προκλητικά και σου λέει:"Λοιπόν΄". Δε θέλεις να τον ονοματίσεις τον τρισκαταραμένο Χάρο. Μα τουτος γίνεται σκιά σου. Σου 'ρχεται να του φωνάξεις: " Βγάλ' το απ' το μυαλό σου πως ήρθε η αράδα μου! Έχω μέρες εγώ, απ΄το Θεό! Έχω πολλά υποφέρει, πολύ πονέσει, έχω ακόμα να κάνω πολλά. Είμαι νέος!"

Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα




απόσπασμα από την ΕΚΑΒΗ του ΕΥΡΥΠΙΔΗ:

"Ζω και με πόνους ζώνουμαι,
μα σαν τη βιά δεν είναι ούτε οι πόνοι.
Από την αμυαλιά του έφερε ένας το χαμό
και τον ξολοθρεμό σε όλους. Και τώρα
από τους ξένους συφορά πλακώνει μες στου Σιμόεντα τη χώρα.

Κι η κρίση πο' κρινε ο αγελαδάρης πα στην Ίδα,
για τη συνέρια τους τις τρεις μακάριες κόρες,
ξεδιάλυνε σε σκοτωμούς, σε μπόρες
και γκρεμισμένα τα παλάτια μου είδα.

Όμως, και δίπλα στον που ωραία ρέει Ευρώτα
στο σπίτι της κάποια λακώνισσα παρθένα
μυριόκαρδα θρηνεί. Και κάπoια μάνα μόνη,
που τα παιδιά της είναι σκοτωμένα,
μαλλοτραβά το άσπρο κεφάλι και τα μάγουλα
με νύχια ματωμένα οργώνει..."


Ζλάτα Φιλίποβιτς - Ενα ημερολόγιο από το Σαραγεβο

"ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΠΙΑ ΤΟΥΣ ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΥΣ ! ΚΑΙ ΤΙΣ ΟΒΙΔΕΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ! ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ! ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ! ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ! ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΥΣΤΥΧΙΑ! ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟ!
Ηζωή μου δεν είναι όλα αυτά!
Δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς μια μαθήτρια έντεκα χρονών επειδή θέλει να ζήσει! Μια μαθήτρια που δεν πηγαίνει πια στο σχολείο, που δεν νιώθει πια καμία χαρά, καμιά από τις συγκινήσεις μιας μαθήτριας. Ένα παιδί που δεν μπορεί να παίζει πιά, που έχει μείνει χωρίς φίλες, χωρίς ήλιο, χωρίς πουλιά, χωρίς επαφή με τη φύση, χωρίς φρούτα, χωρίς σοκολάτες.....
Τρίτη 10 Αυγούστου 1992
...Δεν έχουμε νερό και ηλεκτρικό ρεύμα, τα φέρνουμε βόλτα όπως μπορούμε.
Οταν βγαίνω έξω και δεν πέφτουν πυροβολισμοί, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει, οι διακοπές όμως του νερού και του ηλεκτρικού ρεύματος, το σκοτάδι , ο χειμώνας, η έλλειψη ξυλείας και τροφίμων με ξαναφέρνουν στην πραγματικότητα και συνειδητοποιώ τότε ότι ο πόλεμος εξακολουθεί να είναι εδώ. Για ποιό λόγο? Για ποιό λόγο τα "κακομαθημένα παιδιά" δεν καταλήγουν σε μια συμφωνία? Πραγματικά διασκεδάζουν. Μαζί μας."


ΓΙΕ ΜΟΥ ΜΟΝΑΚΡΙΒΕ ΜΟΥ

Γιε μου, μονάκριβε μου,
σε μαρμαρώσανε
σε μια μικρή πλατεία
σαν σε σκοτώσανε.
Και γράψανε στην πλάκα
με τόση υποκρισία:
"έπεσε πολεμώντας
για την Ελευθερία".

Μα εγώ, μικρό μου αγόρι,
που σε μεγάλωσα,
σε φύλαξα απ' το ξεροβόρι
και σ' ανάστησα,
σου δίνω την ευχή μου
και τη συμβουλή μου
να λες σ' αυτούς που σε κοιτάνε
με λυπημένα βλέμματα
πως βρίσκεσαι εκεί,
γιατί σου είπαν ψέματα.

Γιάννης Περγαντάς



Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα
θερίζει δάση ολόκληρα, κι εκατοντάδες άντρες αφανίζει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται οδηγό.

Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο.
Πετάει πιο γρήγορα απ΄ τον άνεμο, κι απ΄ τον ελέφαντα
σηκώνει βάρος πιο πολύ.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται πιλότο.

Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ.
Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:

ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ

Μπ. Μπρέχτ

Τι κι αν του πολέμου το χορό χορεύω
γονατιστός ειρήνη εσέ γυρεύω.
Κ.Παλαμάς





ΟΤΑΝ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΛΕΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ-Γιάννης Μαγκλής

Και στ’ αλήθεια μη και ξέραν τι πράμα — πουλί ήταν η λευτεριά. Α—μπα, τέτοιο πράμα δεν πέρασε ποτές στην αυλή του σπιτιού τους. Κι όμως τώρα νιώθανε πως τη χάσανε. Πως η λευτεριά πήρε τα κορφοβούνια και πια χωρίς αυτήν άλλο δεν μπορούσανε να ζήσουν.
— Μάνα, δεν νταγιαντώ, θα βγω αντάρτης.
Κι ένα βράδυ ξεθάψανε τα όπλα της Αρβανιτιάς και τραβήξανε για το βουνό.
— Παιδάκια μου, έκλαιγε η μάνα, πού πηγαίνετε; Πού μ’ αφήνετε στο έλεος του θεού ανήμπορη, μισόστραβη γυναίκα; Πού μ’ αφήνετε σαν την καλαμιά στον κάμπο; Μπας και πάτησαν τα χωράφια σας, μπας και διαγούμισαν το βιός σας; Δόξα σοι ο θεός, τίποτις δεν κατέχουμε απ’ όλα τούτα.
Σταμάτησαν τα παιδιά, γύρισαν πίσω. Ο μεγάλος σίμωσε τη γριά καμπουριασμένη μάνα, την αγκάλιασε με το ζερβί χέρι. Ο μικρός, ο Γιώργης, στάθηκε στην άλλη μεριά, κράταγε το ροζιασμένο, άσαρκο χέρι της μάνας του και το ‘σφιγγε.
— Μάνα, μιλά ο μεγάλος, αν ήμασταν πλούσιοι θε να τα φτιάχναμε με τον εχτρό, μα τώρα... δώσε μας, μάνα, την ευκή σου, πάμε να τόνε χτυπήσουμε.
— Παιδάκια μου, πού πάτε που αυτοί είναι οι άριοι, τα θηρία της αποκάλυψης; Σπλάχνα μου, πού πάτε χειμωνιάτικα στα βουνά και τα δάσα, γυμνά και πεινασμένα; Τώρα κατεβαίνουν τα θηρία του βουνού κάτω στις πεδιάδες να ζεσταθούν και να βρούνε φαΐ κι εσείς πού ξεκινάτε να πάτε;
— Μάνα, μιλά πάλι ο πρώτος τρυφερά πολύ, τ’ αδέρφια μας ζητούν βοήθεια και η Λευτεριά έσυρε φωνή και μας κράζει. Τί μπορούμε να κάνουμε; Κιοτήδες δεν είμαστε. Είμαστε άνθρωποι λεύτεροι.
Τί πράμα είναι τούτο, ρωτά η μάνα, η Λευτεριά, θέλω να πω. Ποτές μου δεν τη γνώρισα.
Τα παιδιά χαμογέλασαν· και τούτοι δεν καλόξεραν.
— Θαρρώ κι είναι ένα χρυσό πουλί, που τραγουδά και λαφρώνει ο άνθρωπος, μίλησε ο Σαράντης.
Η μάνα στέκεται σκεφτική, αμίλητη. Αφουγκράζεται. Ό,τι που ανασαίνει. Ύστερα μονομιάς το γέρικο κορμί σπαράζει από λυγμό. Αγκαλιάζει λαχταριστά τα δυο της και τα καταφιλά. Από τα σκαμένα μάγουλα τρέχουνε δυο ποταμάκια και βρέχουν τα σγουρά κεφάλια των παιδιών. Και ξάφνου απλώνει τα χέρια πάνω στα κεφάλια τους και τα ευλογεί:
— Παιδιά μου, λέει, αμέτε στο καλό με την ευκή τη δική μου και της Παναγιάς. Κάνετε το χρέος σας.

=


=



''Τα λουλούδια της Χιροσίμας''
Η υπόθεση του μυθιστορήματος Τα λουλούδια της Χιροσίμας εκτυλίσσεται 15 χρόνια μετά την 6η Αυγούστου 1945, ημέρα της ατομικής έκρηξης στη Χιροσίμα. Ο Σαμ, ένας νεαρός Αμερικανός, μπαίνει οικότροφος σε ένα σπίτι Γιαπωνέζων. Η νεαρή οικοδέσποινα του Γιούκα προσπαθεί να του κρύψει τα φρικτά εγκαύματα, το σωματικό και ψυχικό μαρτύριο της οικογένειας της που υποφέρει από τις συνέπειες της ραδιενέργειας. Ο Σαμ, μέσα από τη συναναστροφή του με τη Γιούκα, ανακαλύπτει σταδιακά το οικογενειακό τους δράμα, νιώθει αλληλέγγυος με τα θύματα και συμμερίζεται τις αξίες και το στόχο της ζωής της : να συντηρεί τη μνήμη του ολοκαυτώματος και να αγωνίζεται για την ειρήνη, ενάντια στην ανθρώπινη βαρβαρότητα.
ΒΙΒΛΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ (σελ.223)







ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΑ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή τωνώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι ότανείναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.Και περισσότερη τιμή τούς πρέπειόταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)